Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2007 > 17 Μαΐου 2007
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 10 Μαΐου 2007, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε, βάσει της τακτικής του οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης, να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Οι πληροφορίες που έχουν καταστεί διαθέσιμες μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 12 Απριλίου επιβεβαίωσαν περαιτέρω το σκεπτικό στο οποίο είχε στηριχθεί η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου. Είναι ουσιώδης η έντονη επαγρύπνηση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Αυτό με τη σειρά του θα συμβάλει ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ παραμένουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Αυτή η σταθεροποίηση αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η νομισματική πολιτική να συμβάλλει διαρκώς στη στήριξη της διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στη ζώνη του ευρώ. Δεδομένου του ευνοϊκού οικονομικού περιβάλλοντος, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ εξακολουθεί να είναι διευκολυντική, καθώς τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ είναι μέτρια, η νομισματική και πιστωτική επέκταση είναι πολύ ισχυρή και η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι άφθονη σύμφωνα με όλους τους εύλογους δείκτες. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Αναφορικά με την οικονομική ανάλυση, οι τελευταίες ενδείξεις και αποτελέσματα ερευνών επιβεβαιώνουν ότι η επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας συνεχίστηκε το πρώτο τρίμηνο του 2007 και παραμένει ισχυρή και με ευρεία βάση. Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ εξακολουθούν να είναι ευνοϊκές. Υπάρχουν οι συνθήκες προκειμένου η συνεχιζόμενη επέκταση να προχωρήσει με σταθερό ρυθμό. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έχει γίνει πιο ισόρροπα κατανεμημένη μεταξύ των επιμέρους οικονομικών περιοχών και, παρότι μετριάστηκε κάπως τα τελευταία τρίμηνα, παραμένει ισχυρή. Έτσι, οι εξωτερικές συνθήκες εξακολουθούν να στηρίζουν τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ. Η εγχώρια ζήτηση στη ζώνη του ευρώ αναμένεται επίσης να διατηρήσει το δυναμισμό της. Οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν δυναμικές, επωφελούμενες από μια παρατεταμένη περίοδο που χαρακτηρίζεται από ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, αναδιάρθρωση των λογιστικών καταστάσεων των εταιριών, αυξανόμενα με υψηλό ρυθμό κέρδη και βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Η κατανάλωση αναμένεται επίσης να ενισχυθεί περαιτέρω με την πάροδο του χρόνου, συμβαδίζοντας με την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο στηρίζεται ολοένα και περισσότερο από την άνοδο της απασχόλησης και τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις ευνοϊκές προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη είναι σε γενικές γραμμές εξίσου ανοδικοί και καθοδικοί στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Σε πιο μακροπρόθεσμους ορίζοντες, εξακολουθούν να επικρατούν καθοδικοί κίνδυνοι, οι οποίοι απορρέουν κυρίως από εξωτερικούς παράγοντες. Σε αυτούς τους παράγοντες περιλαμβάνονται φόβοι για αύξηση των πιέσεων προστατευτισμού, το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου των τιμών του πετρελαίου και ανησυχίες για πιθανές μη ομαλές εξελίξεις λόγω των παγκόσμιων ανισορροπιών.
Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) ήταν 1,8% τον Απρίλιο του 2007, έναντι 1,9% το Μάρτιο. Σε ό,τι αφορά τους προσεχείς μήνες, εάν δεν υπάρξουν περαιτέρω αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, σημαντικές επιδράσεις από τη βάση σύγκρισης οι οποίες προήλθαν από την αστάθεια που εμφάνισαν πέρυσι οι τιμές της ενέργειας θα έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην εξέλιξη των ετήσιων ρυθμών πληθωρισμού. Με βάση τις σημερινές τιμές του πετρελαίου και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού είναι πιθανόν να σημειώσουν κάποια πτώση τους προσεχείς μήνες και να αυξηθούν εκ νέου προς τα τέλη του έτους, οπότε θα κυμανθούν και πάλι γύρω στο 2%.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο οποίος είναι ο ορίζοντας που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, οι προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών εξακολουθούν να υπόκεινται σε ανοδικούς κινδύνους. Οι εν λόγω κίνδυνοι συνδέονται κυρίως με την αυξανόμενη χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου και πρόσθετων αυξήσεων των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και της έμμεσης φορολογίας πέρα από αυτές που έχουν ανακοινωθεί και αποφασιστεί μέχρι στιγμής. Πιο ουσιαστικά, εντονότερες από ό,τι αναμένεται μισθολογικές εξελίξεις θα μπορούσαν να ενέχουν σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών, δεδομένου μάλιστα ότι τα τελευταία τρίμηνα παρατηρείται ευνοϊκή τάση στην εξέλιξη των αγορών εργασίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στις χώρες της ζώνης του ευρώ. Έχει καίρια σημασία οι κοινωνικοί εταίροι να ανταποκρίνονται στις ευθύνες τους, προκειμένου να εξακολουθήσουν να αποφεύγουν μισθολογικές εξελίξεις που θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε πληθωριστικές πιέσεις και να βλάψουν την αγοραστική δύναμη όλων των πολιτών της ζώνης του ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι οι μισθολογικές συμφωνίες θα πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένες και να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές, το ακόμη υψηλό επίπεδο της ανεργίας σε πολλές οικονομίες, καθώς και την εξέλιξη της παραγωγικότητας στους διάφορους τομείς.
Η νομισματική ανάλυση επιβεβαιώνει την ύπαρξη ανοδικών κινδύνων για τη σταθερότητα των τιμών σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες. Ο υποκείμενος ρυθμός της νομισματικής επέκτασης παραμένει ισχυρός, σε ένα πλαίσιο ήδη άφθονης ρευστότητας. Η συνεχιζόμενη ισχυρή νομισματική επέκταση αντανακλάται στην ολοένα πιο ταχεία άνοδο του Μ3, ο οποίος το Μάρτιο ανήλθε σε ετήσιο ρυθμό 10.9%, καθώς και στα συνεχιζόμενα υψηλά επίπεδα πιστωτικής επέκτασης. Η νομισματική και πιστωτική επέκταση οφείλονται εν μέρει στο μέτριο επίπεδο των επιτοκίων και στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Οι βραχυπρόθεσμες νομισματικές και πιστωτικές εξελίξεις μπορούν να επηρεαστούν, μεταξύ άλλων, από το σχήμα της καμπύλης αποδόσεων και εξωτερικούς παράγοντες, ενώ υπόκεινται σε ένα ορισμένο βαθμό μεταβλητότητας. Πέρα από αυτές τις παροδικές πτυχές, υπάρχουν ωστόσο αρκετές ενδείξεις ότι τα υψηλότερα βραχυπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν τη νομισματική δυναμική, αν και μέχρι τώρα δεν έχουν περιορίσει σημαντικά τη συνολική ισχύ της. Για παράδειγμα, οι αυξήσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έχουν συμβάλει στο μετριασμό της επέκτασης του στενού νομισματικού μεγέθους M1 τα τελευταία τρίμηνα, αλλά ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του εξακολουθεί να είναι υψηλός. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ετήσια αύξηση των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα έχει παρουσιάσει ορισμένες ενδείξεις σταθεροποίησης από τα μέσα του 2006, αν και σε διψήφιους ρυθμούς.
Συνολικά, εάν ληφθούν υπόψη τόσο οι βραχυπρόθεσμοι παράγοντες όσο και η υποκείμενη τάση της συνεχιζόμενης έντονης επέκτασης της ποσότητας χρήματος και των πιστώσεων, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για ανοδικούς κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Πράγματι, μετά από ισχυρή νομισματική επέκταση επί σειρά ετών, η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι άφθονη σύμφωνα με όλους τους εύλογους δείκτες. Σε αυτό το περιβάλλον, οι νομισματικές εξελίξεις εξακολουθούν να απαιτούν πολύ προσεκτική παρακολούθηση, ιδίως στο πλαίσιο της ισχυρής επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας και των ακόμη σημαντικών εξελίξεων στις αγορές κατοικιών.
Εν περιλήψει, κατά την αξιολόγηση των τάσεων των τιμών, είναι σημαντικό η εξέταση να μην περιορίζεται στην τυχόν βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των ρυθμών πληθωρισμού. Ο μεσοπρόθεσμος ορίζοντας είναι εκείνος που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Οι κίνδυνοι που αφορούν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών παραμένουν ανοδικοί και συνδέονται ιδίως με την εντονότερη από ό,τι αναμένεται εξέλιξη των μισθών, σε ένα πλαίσιο συνεχιζόμενης έντονης αύξησης της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας. Δεδομένης της πολύ έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης σε ένα περιβάλλον ήδη άφθονης ρευστότητας, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με εκείνο της νομισματικής ανάλυσης στηρίζει την εκτίμηση ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό και το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να βρίσκεται σε έντονη επαγρύπνηση, προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα. Αυτό θα στηρίξει τη σταθεροποίηση των μεσομακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Ως εκ τούτου, αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις, εξακολουθεί να απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόσφατη δέσμευση των υπουργών οικονομικών της ζώνης του ευρώ – κατά τη συνεδρίαση της Ομάδας Ευρώ στο Βερολίνο στις 20 Απριλίου 2007 – να αξιοποιήσουν πλήρως την τρέχουσα οικονομική ανάπτυξη και τα μεγαλύτερα από ό,τι αναμενόταν φορολογικά έσοδα, με σκοπό την επιδίωξη υγιών δημοσιονομικών πολιτικών και την αποφυγή πολιτικών που ακολουθούν τις κυκλικές διακυμάνσεις όπως προβλέπουν οι διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου, αυτό απαιτεί την αυστηρή εφαρμογή των προϋπολογισμών του 2007, την αποφυγή υπερβάσεων των δαπανών και την εξ ολοκλήρου διάθεση των μη αναμενόμενων πρόσθετων εσόδων για τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους. Για το 2008, οι χώρες που εξακολουθούν να παρουσιάζουν δημοσιονομικές ανισορροπίες αναμένεται να ακολουθήσουν πιο φιλόδοξους – από τους προγραμματισμένους – δημοσιονομικούς στόχους. Συνεπώς, όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να επιτύχουν το μεσοπρόθεσμο στόχο τους για υγιείς δημοσιονομικές θέσεις το συντομότερο δυνατόν και έως το 2010 το αργότερο. Επιπλέον, όλες οι χώρες θα πρέπει να αποφεύγουν δημοσιονομικές πολιτικές που τροφοδοτούν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες. Αυτό θα επιτρέψει στις χώρες της ζώνης του ευρώ να προετοιμαστούν για λιγότερο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες.
Όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο στηρίζει πλήρως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενισχύουν τον ανταγωνισμό, αυξάνουν την παραγωγικότητα και προάγουν την οικονομική ευελιξία, διευρύνοντας έτσι τις δυνατότητες για αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και απασχόληση. Η αυξημένη παραγωγικότητα επιτρέπει επίσης αυξήσεις των πραγματικών μισθών χωρίς αρνητική επίδραση στην απασχόληση, στηρίζοντας συνεπώς την αύξηση του εισοδήματος του εργατικού δυναμικού της ζώνης του ευρώ. Τα τελευταία χρόνια, οι μέσες μισθολογικές αυξήσεις στο σύνολο της ζώνης του ευρώ ήταν σχετικά συγκρατημένες, συμβάλλοντας ζωτικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη μείωση της ανεργίας. Είναι σημαντικό αυτή η ευνοϊκή τάση στις αγορές εργασίας να συνεχιστεί, ώστε να συμβάλλει σε μια παρατεταμένη και ισχυρή ανάκαμψη. Ως προς την άποψη αυτή, απαιτείται επαρκής διαφοροποίηση των μισθών, ούτως ώστε να βελτιωθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης για το λιγότερο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και σε τομείς και περιοχές με υψηλή ανεργία. Επιπλέον, η εξάλειψη των φραγμών στην κινητικότητα του εργατικού δυναμικού θα συμβάλλει στην αντιμετώπιση ανισορροπιών σε τοπικό επίπεδο στις αγορές εργασίας και στην ενίσχυση της ευελιξίας των οικονομιών της ζώνης του ευρώ ώστε να προσαρμόζονται στις οικονομικές διαταραχές. Η ζώνη του ευρώ θα μπορούσε από αυτές τις πολιτικές να αποκομίσει σημαντικά οφέλη ως προς το δυναμισμό της οικονομίας, τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας, τη μείωση της ανεργίας και το αυξημένο κατά κεφαλήν εισόδημα.
Το παρόν τεύχος του Μηνιαίου Δελτίου περιλαμβάνει τέσσερα άρθρα. Στο πρώτο άρθρο εξετάζονται οι εξελίξεις στον μετρούμενο πληθωρισμό και στις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ. Το δεύτερο άρθρο αναλύει το βαθμό ανταγωνισμού στον τομέα των υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ και τις επιδράσεις του στην παραγωγικότητα της εργασίας και στην εξέλιξη των τιμών. Στο τρίτο άρθρο εξετάζονται οι κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης στα κράτη μέλη της ΕΕ από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Στο τέταρτο άρθρο παρουσιάζονται το θεωρητικό πλαίσιο και τα διαθέσιμα στοιχεία για την επαναγορά ιδίων μετοχών από επιχειρήσεις στη ζώνη του ευρώ.
Αρχή της σελίδας