Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2008 > 11 Δεκεμβρίου 2008
Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 4 Δεκεμβρίου 2008, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε, βάσει της τακτικής οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης που διενεργεί, να μειώσει περαιτέρω τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ κατά 75 μονάδες βάσης. Κατά συνέπεια, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος μειώθηκε στο 2,50% και τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 3,00% και 2,00% αντίστοιχα. Τα νέα επιτόκια θα τεθούν σε ισχύ από τις 10 Δεκεμβρίου 2008. Πριν από την κίνηση αυτή, είχαν πραγματοποιηθεί δύο μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 50 μονάδες βάσης κάθε φορά, οι οποίες ανακοινώθηκαν στις 8 Οκτωβρίου και στις 6 Νοεμβρίου 2008. Γενικά, μετά την τελευταία του συνεδρίαση, το Διοικητικό Συμβούλιο παρατήρησε ότι έχουν πληθύνει οι ενδείξεις περαιτέρω άμβλυνσης των πληθωριστικών πιέσεων και, όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι ρυθμοί πληθωρισμού αναμένεται να διαμορφωθούν σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών στον ορίζοντα που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, στηρίζοντας την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων και των αποταμιεύσεων. Η μείωση των ρυθμών πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στην πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και στη σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Σε μεγάλο βαθμό υπό την επίδραση της κλιμάκωσης και εξάπλωσης της χρηματοπιστωτικής αναταραχής, η ζήτηση τόσο παγκοσμίως όσο και στη ζώνη του ευρώ πιθανώς να είναι υποτονική για παρατεταμένη χρονική περίοδο. Ταυτόχρονα, το Διοικητικό Συμβούλιο σημειώνει ότι ο υποκείμενος ρυθμός νομισματικής επέκτασης παραμένει ισχυρός, αλλά εξακολουθεί να επιβραδύνεται περαιτέρω. Συνολικά, το Διοικητικό Συμβούλιο τονίζει ότι ο βαθμός αβεβαιότητας παραμένει εξαιρετικά υψηλός. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να διατηρεί τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με το μεσοπρόθεσμο στόχο του, προκειμένου να στηρίξει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την απασχόληση και να συμβάλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό, θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις την προσεχή περίοδο.
Όσον αφορά την οικονομική ανάλυση, από το Σεπτέμβριο και μετά παρατηρήθηκε κλιμάκωση και εξάπλωση της αναταραχής που πλήττει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι εντάσεις μεταδίδονται ολοένα και περισσότερο από το χρηματοπιστωτικό τομέα στην πραγματική οικονομία και η παγκόσμια οικονομία ως σύνολο βιώνει τις δυσμενείς επιδράσεις τους. Στη ζώνη του ευρώ, έχουν υλοποιηθεί ορισμένοι από τους κινδύνους επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας οι οποίοι είχαν επισημανθεί παλαιότερα, οδηγώντας, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της Eurostat, σε συρρίκνωση κατά 0,2% του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ (σε τριμηνιαία βάση) το γ’ τρίμηνο. Διαθέσιμα στοιχεία ερευνών και οι μηνιαίοι δείκτες για τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο υποδηλώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα έχει επιβραδυνθεί περαιτέρω στη διάρκεια του δ’ τριμήνου του 2008.
Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, βάσει της ανάλυσης και αξιολόγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτιμάται ότι η εξασθένηση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και η ιδιαίτερα υποτονική εγχώρια ζήτηση θα εμμείνουν και τα προσεχή τρίμηνα. Σύμφωνα με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος για τη ζώνη του ευρώ του Δεκεμβρίου 2008, θα πρέπει να σημειωθεί στη συνέχεια σταδιακή ανάκαμψη, υποβοηθούμενη από την πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και υπό την προϋπόθεση ότι το εξωτερικό περιβάλλον θα βελτιωθεί και ότι οι χρηματοπιστωτικές εντάσεις θα εξασθενήσουν. Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα διαμορφωθεί μεταξύ 0,8% και 1,2% για το 2008, μεταξύ -1,0% και 0,0% για το 2009, καθώς και μεταξύ 0,5% και 1,5% για το 2010. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία αντιπροσωπεύουν σημαντικές αναθεωρήσεις προς τα κάτω που σχετίζονται με τις προηγούμενες προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ για το 2008 και το 2009, οι οποίες δημοσιεύθηκαν το Σεπτέμβριο. Οι προβλέψεις διεθνών οργανισμών έχουν επίσης αναθεωρηθεί προς τα κάτω και συμβαδίζουν σε γενικές γραμμές με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2008.
Κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από έναν εξαιρετικά υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη αφορούν το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Συνδέονται κυρίως με την πιθανότητα η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές να έχει εντονότερο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία, καθώς και με ανησυχίες για πιέσεις προστατευτισμού και με πιθανές μη ομαλές εξελίξεις λόγω των παγκόσμιων ανισορροπιών.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να συμβάλουν προκειμένου να τεθούν γερά θεμέλια για διατηρήσιμη ανάκαμψη. Προκειμένου να συμβεί αυτό το συντομότερο δυνατόν, είναι υψίστης σημασίας να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται πειθαρχία και μεσοπρόθεσμη προοπτική κατά τη χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για τη στήριξη της εμπιστοσύνης. Τα σημαντικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν από τις κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής αναταραχής θα πρέπει να υλοποιηθούν γρήγορα, ώστε να συνδράμουν στη διασφάλιση εμπιστοσύνης προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποτρέψουν περιορισμούς στην προσφορά πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των τιμών, ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) υποχώρησε σημαντικά από τον Ιούλιο. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΚΤ) ήταν 2,1% το Νοέμβριο, έναντι 3,2% τον Οκτώβριο και 4,0% τον Ιούλιο. Η σημαντική υποχώρηση του μετρούμενου πληθωρισμού από το καλοκαίρι και μετά αντανακλά κυρίως τη σημαντική υποχώρηση των τιμών των διεθνών βασικών εμπορευμάτων τους τελευταίους μήνες, η οποία υπεραντισταθμίζει τον αντίκτυπο της απότομης αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος το α' εξάμηνο του 2008.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον, οι μειωμένες τιμές των βασικών εμπορευμάτων και η εξασθένηση της ζήτησης καταδεικνύουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μειώνονται περαιτέρω. Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να συνεχίσει να επιβραδύνεται τους προσεχείς μήνες και να διαμορφωθεί σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών στον ορίζοντα ο οποίος ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Μολονότι αυτό θα εξαρτηθεί κατά κύριο λόγο από τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου και των άλλων βασικών εμπορευμάτων, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια ταχύτερη μείωση του πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) στα μέσα περίπου του επόμενου έτους, ιδίως λόγω των επιδράσεων της βάσης σύγκρισης. Ωστόσο, και πάλι λόγω των επιδράσεων της βάσης σύγκρισης, οι ρυθμοί πληθωρισμού ενδέχεται να αυξηθούν ξανά το β’ εξάμηνο του έτους, έτσι ώστε τυχόν απότομη πτώση του πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι βραχύβια και επομένως όχι σημαντική από τη σκοπιά της νομισματικής πολιτικής.
Σε συμφωνία με την αξιολόγηση αυτή, οι προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου του 2008 προβλέπουν ότι ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα διαμορφωθεί μεταξύ 3,2% και 3,4% για το 2008 και μετά θα μειωθεί σε επίπεδα μεταξύ 1,1% και 1,7% για το 2009. Για το 2010, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΚΤ) θα διαμορφωθεί, σύμφωνα με τις προβολές, μεταξύ 1,5% και 2,1%. Οι προβολές για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) για το 2008 και το 2009 αναθεωρήθηκαν σημαντικά προς τα κάτω σε σχέση με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2008, αντανακλώντας κυρίως τις μεγάλες μειώσεις των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και τον αντίκτυπο από την εξασθένηση της ζήτησης στην εξέλιξη των τιμών. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι οι προβολές αυτές έχουν υποθετικό χαρακτήρα και ότι βασίζονται σε μια σειρά τεχνικών υποθέσεων, όπως μεταξύ άλλων οι προσδοκίες της αγοράς για τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα επιτόκια, καθώς και οι προθεσμιακές τιμές του πετρελαίου και των μη ενεργειακών εμπορευμάτων. Επιπλέον, οι προβολές βασίζονται στην προσδοκία ότι θα μειωθούν οι μισθολογικές πιέσεις στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών παρουσιάζουν σε γενικές γραμμές παρόμοια εικόνα.
Πέρα από τη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των μετρούμενων ρυθμών πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ), οι κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών στο χρονικό ορίζοντα, ο οποίος ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, είναι πιο εξισορροπημένοι σε σχέση με το παρελθόν. Μη αναμενόμενες περαιτέρω μειώσεις των τιμών των βασικών εμπορευμάτων θα ασκούσαν ενδεχομένως μειωτικές πιέσεις στον πληθωρισμό, ενώ θα μπορούσαν να υλοποιηθούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών, ιδίως στην περίπτωση που η πρόσφατη πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων αντιστρεφόταν ή οι εγχώριες πιέσεις στις τιμές αποδεικνύονταν ισχυρότερες σε σχέση με ό,τι υποδηλώνουν οι υποθέσεις. Είναι επομένως καίριας σημασίας οι φορείς καθορισμού των τιμών και των μισθών να ανταποκριθούν πλήρως στις ευθύνες τους.
Σε ό,τι αφορά τη νομισματική ανάλυση, διάφορες εκτιμήσεις του υποκείμενου ρυθμού αύξησης της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια καταδεικνύουν διατηρήσιμο, αν και επιβραδυνόμενο, ρυθμό νομισματικής επέκτασης στη ζώνη του ευρώ. Οι νομισματικές τάσεις ενισχύουν επομένως την άποψη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μειώνονται περαιτέρω, ενώ παραμένουν ορισμένοι ανοδικοί κίνδυνοι σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η κλιμάκωση της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές από τα μέσα Σεπτεμβρίου σηματοδοτεί μια δυνητική καμπή στη διαμόρφωση των νομισματικών εξελίξεων. Τα πλέον πρόσφατα νομισματικά και πιστωτικά στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η κλιμάκωση είχε σημαντικό αντίκτυπο στην συμπεριφορά των συμμετεχόντων της αγοράς. Μέχρι τώρα, οι εξελίξεις αυτού του είδους εκδηλώνονταν σε μεγάλο βαθμό με τη μορφή υποκατάστασης μεταξύ συνιστωσών του ευρέος νομισματικού μεγέθους Μ3 και όχι με τη μορφή απότομων μεταβολών στην εξέλιξη του ίδιου του Μ3.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή τα στοιχεία έως και το τέλος Οκτωβρίου, αποκαλύπτουν ότι ο ρυθμός ανόδου των δανείων προς τον μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα συνεχίζει να επιβραδύνεται. Ταυτόχρονα, για τη ζώνη του ευρώ ως σύνολο, δεν υπήρξαν σημαντικές ενδείξεις ότι εξαντλείται η διαθεσιμότητα των τραπεζικών δανείων. Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των δανείων προς τα νοικοκυριά επίσης παρουσίασε περαιτέρω συγκράτηση, γεγονός που συμβαδίζει με την εξασθένηση των προοπτικών για την οικονομική δραστηριότητα και την αγορά κατοικιών, καθώς και με τις δυσμενέστερες συνθήκες χρηματοδότησης. Τα στοιχεία πράγματι δείχνουν ότι η κλιμάκωση της χρηματοπιστωτικής αναταραχής έχει αντίκτυπο στη συμπεριφορά των τραπεζών. Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία και περαιτέρω ανάλυση προκειμένου να διαμορφωθεί έγκυρη εκτίμηση.
Συνοπτικά, υπάρχουν αυξημένες ενδείξεις ότι οι πληθωριστικές πιέσεις αμβλύνονται περαιτέρω και οι ρυθμοί πληθωρισμού αναμένεται ότι θα διαμορφωθούν σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών στον ορίζοντα που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, στηρίζοντας την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων και των αποταμιεύσεων. Η μείωση των ρυθμών πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στην πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και στη σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις παγκόσμιες συνέπειες της χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Η διασταύρωση των αποτελεσμάτων της οικονομικής ανάλυσης με τα στοιχεία που προκύπτουν από τη νομισματική ανάλυση στηρίζει αυτήν την άποψη. Ενώ ο υποκείμενος ρυθμός της νομισματικής επέκτασης παραμένει ισχυρός, συνεχίζει να επιβραδύνεται περαιτέρω. Γι’ αυτό, συνεκτιμώντας όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και τις αναλύσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να μειώσει περαιτέρω τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ κατά 75 μονάδες βάσης. Συνολικά, ο βαθμός αβεβαιότητας παραμένει εξαιρετικά υψηλός. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να διατηρεί τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με το μεσοπρόθεσμο στόχο του, προκειμένου να στηρίξει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την απασχόληση και να συμβάλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αντίστοιχα, το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις την προσεχή περίοδο.
Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, το Διοικητικό Συμβούλιο θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό να διατηρηθούν η πειθαρχία και η μεσοπρόθεσμη προοπτική, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις συνέπειες τυχόν βραχυπρόθεσμων ενεργειών στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Είναι υψίστης σημασίας να διαφυλαχθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην υγιή δημοσιονομική διαχείριση, με την πλήρη εφαρμογή του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ, το οποίο βασίζεται σε κανόνες, και με την πλήρη διαφύλαξη της ακεραιότητάς του. Οι διατάξεις της Συνθήκης της Νίκαιας και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης επιτάσσουν μεσοπρόθεσμη προοπτική και επιτρέπουν την απαραίτητη ευελιξία. Οι αυτόματοι δημοσιονομικοί σταθεροποιητές είναι σχετικά μεγάλου μεγέθους στη ζώνη του ευρώ και αποτελούν μια ισχυρή πηγή δημοσιονομικής στήριξης για μια επιβραδυνόμενη οικονομία. Όπου υπάρχουν περιθώρια ελιγμών, τυχόν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα θα μπορούσαν να αποδειχθούν αποτελεσματικά εφόσον είναι έγκαιρα, στοχευμένα και προσωρινού χαρακτήρα.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές πολιτικές, η συνεχιζόμενη περίοδος υποτονικής οικονομικής δραστηριότητας και υψηλής αβεβαιότητας για τις οικονομικές προοπτικές υποδηλώνει την ανάγκη να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα και η ευελιξία της οικονομίας της ζώνης του ευρώ. Οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων θα πρέπει να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και να επιταχύνουν την αποτελεσματική αναδιάρθρωση. Οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας θα πρέπει να διευκολύνουν τον κατάλληλο καθορισμό των μισθών, καθώς και την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ διαφόρων τομέων και γεωγραφικών περιοχών. Η παρούσα κατάσταση θα πρέπει επομένως να χρησιμεύσει ως καταλύτης που θα προωθήσει την υλοποίηση των απαραίτητων εγχώριων μεταρρυθμίσεων σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό.
Αρχή της σελίδας