Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2010 > 15 Απριλίου 2010
Κατά τη συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 2010 το Διοικητικό Συμβούλιο, βασιζόμενο στην οικονομική και νομισματική ανάλυση που διενεργεί τακτικά, αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Τα ισχύοντα επιτόκια εξακολουθούν να κρίνονται ενδεδειγμένα. Αν ληφθούν υπόψη όλες οι πληροφορίες και αναλύσεις που έγιναν διαθέσιμες μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 4 Μαρτίου 2010, η εξέλιξη των τιμών αναμένεται να παραμείνει συγκρατημένη στον ορίζοντα που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες επιβεβαιώνουν επίσης ότι η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ συνεχίστηκε τους πρώτους μήνες του 2010. Γενικά, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της ζώνης του ευρώ θα είναι μέτριος το 2010, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ενώ θα παρουσιάσει πιθανότατα ανομοιομορφία λόγω ορισμένων ειδικών παραγόντων. Το αποτέλεσμα της νομισματικής ανάλυσης επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν χαμηλές μεσοπρόθεσμα. Συνολικά, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι θα διατηρηθεί η σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα, στηρίζοντας έτσι την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να είναι σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με την επιδίωξη του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρεί τους ρυθμούς πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις κατά την προσεχή περίοδο.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική ανάλυση, η οικονομία της ζώνης του ευρώ αναπτύχθηκε κατά 0,4% το τρίτο τρίμηνο του 2009, έπειτα από μια περίοδο έντονης μείωσης, ενώ ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το τέταρτο τρίμηνο παρέμεινε σταθερός, σύμφωνα με τη δεύτερη εκτίμηση της Eurostat. Η οικονομία ωφελήθηκε από τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, από τα σημαντικά μακροοικονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας που εφαρμόζονται και από τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αποκατάσταση της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. Οι διαθέσιμοι δείκτες, ιδίως τα περαιτέρω θετικά στοιχεία από τις έρευνες επιχειρηματικών προσδοκιών, υποδηλώνουν ότι η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ συνεχίστηκε τους πρώτους μήνες του 2010, αν και πιθανόν να επηρεάστηκε από ορισμένους ειδικούς παράγοντες, όπως οι αντίξοες καιρικές συνθήκες. Ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ πιθανώς δεν ήταν ομοιόμορφος στα τέλη του 2009 και στις αρχές του 2010, πράγμα που σημαίνει ότι είναι σκόπιμη η σύγκριση των εξελίξεων του ρυθμού ανάπτυξης σε εξαμηνιαία βάση πέρα από την εξέταση της τριμηνιαίας μεταβλητότητας. Σε ό,τι αφορά τις πιο μακροπρόθεσμες εξελίξεις, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα εξακολουθήσει να επιταχύνεται με μέτριους ρυθμούς το 2010, λόγω της συνεχιζόμενης προσαρμογής των ισολογισμών σε διάφορους τομείς και της προσδοκίας ότι ο χαμηλός βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού είναι πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά τις επενδύσεις ενώ η κατανάλωση επηρεάζεται ήδη αρνητικά από τις υποτονικές προοπτικές των αγορών εργασίας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις προοπτικές είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Όσον αφορά τους ανοδικούς κινδύνους, η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και του εξωτερικού εμπορίου μπορεί να είναι εντονότερη από την προβλεπόμενη και η εμπιστοσύνη ενδέχεται να ενισχυθεί περισσότερο από ό,τι αναμένεται. Επιπλέον, ενδέχεται να υπάρξουν εντονότερες από τις αναμενόμενες επιδράσεις από τα εκτεταμένα μακροοικονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας που εφαρμόζονται και από άλλα μέτρα πολιτικής που έχουν ληφθεί. Όσον αφορά τους καθοδικούς κινδύνους, εξακολουθούν να υφίστανται ανησυχίες οι οποίες σχετίζονται με νέες εντάσεις σε ορισμένα τμήματα των χρηματοπιστωτικών αγορών, τυχόν εντονότερες ή πιο παρατεταμένες από τις αναμενόμενες αρνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της πραγματικής οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού τομέα, νέες αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου και άλλων βασικών εμπορευμάτων, τυχόν κλιμάκωση των πιέσεων προστατευτισμού, καθώς και με το ενδεχόμενο μη ομαλής διόρθωσης των παγκόσμιων ανισορροπιών.
Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των τιμών, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) της ζώνης του ευρώ ήταν 1,5% το Μάρτιο του 2010, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, έναντι 0,9% το Φεβρουάριο. Παρόλο που δεν έχει ακόμη καταστεί διαθέσιμη κάποια ανάλυση της εξέλιξης του συνολικού ΕνΔΤΚ, το υψηλότερο από ό,τι αναμενόταν αποτέλεσμα ενδέχεται να συνδέεται ιδίως με τη συνιστώσα της ενέργειας, καθώς και με τις τιμές των τροφίμων, ενδεχομένως εν μέρει λόγω των καιρικών συνθηκών. Ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει μέτριος στον ορίζοντα που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Στο πλαίσιο της βραδείας ανάκαμψης της εγχώριας και της εξωτερικής ζήτησης, οι συνολικές εξελίξεις των τιμών, του κόστους και των μισθών αναμένεται να παραμείνουν συγκρατημένες. Οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να είναι σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με την επιδίωξη του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρεί τους ρυθμούς πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις προοπτικές εξακολουθούν να είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι. Αφορούν, συγκεκριμένα, την περαιτέρω εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας και την πορεία των τιμών των βασικών εμπορευμάτων. Επιπλέον, οι αυξήσεις των έμμεσων φόρων και των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών ενδέχεται να είναι μεγαλύτερες από αυτές που αναμένονται επί του παρόντος, λόγω της ανάγκης για δημοσιονομική εξυγίανση τα επόμενα έτη.
Όσον αφορά τη νομισματική ανάλυση, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Μ3 ήταν -0,4% το Φεβρουάριο. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε επίσης σε χαμηλά επίπεδα (-0,4%), παρά τη θετική ροή τον εν λόγω μήνα. Γενικά, τα πιο πρόσφατα στοιχεία εξακολουθούν να στηρίζουν την εκτίμηση για μέτριο υποκείμενο ρυθμό νομισματικής επέκτασης και χαμηλές πληθωριστικές πιέσεις, σχετιζόμενες με τις νομισματικές εξελίξεις, μεσοπρόθεσμα. Οι ρυθμοί αύξησης του Μ3 και των δανείων είναι πιθανόν να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα και τους επόμενους μήνες.
Η έντονα ανοδική κλίση της καμπύλης αποδόσεων ευνοεί τη μετατόπιση κεφαλαίων προς πιο μακροπρόθεσμες καταθέσεις και τίτλους εκτός Μ3 και υποδηλώνει ότι ο καταγραφόμενος ρυθμός αύξησης του Μ3 είναι πιο συγκρατημένος σε σχέση με τον υποκείμενο ρυθμό νομισματικής επέκτασης. Ταυτόχρονα, οι μικρές διαφορές επιτοκίων μεταξύ των διαφόρων χρηματοδοτικών μέσων του Μ3 συνεπάγονται χαμηλό κόστος ευκαιρίας για τις τοποθετήσεις στις πιο ρευστές συνιστώσες του Μ1, μέγεθος το οποίο συνέχισε να αυξάνεται με ισχυρό ετήσιο ρυθμό 10,9% το Φεβρουάριο. Ωστόσο, οι μηνιαίες ροές στις συνιστώσες του Μ3 ήταν σε γενικές γραμμές μικρές το Φεβρουάριο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ισχυρή επίδραση της επικρατούσας διάρθρωσης των επιτοκίων ενδεχομένως να εξαλείφεται σταδιακά.
Ο αρνητικός ετήσιος ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένει συνισταμένη αντίρροπων εξελίξεων: αφενός, θετικός, επιταχυνόμενος ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τα νοικοκυριά και, αφετέρου, αρνητικός ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, η ροή των δανείων προς τις επιχειρήσεις το Φεβρουάριο ήταν θετική για πρώτη φορά μετά τον Αύγουστο του 2009 και ανέκοψε την πτωτική τάση του ετήσιου ρυθμού αύξησης. Αυτές οι θετικές βραχυπρόθεσμες εξελίξεις πρέπει να αξιολογούνται με προσοχή, λόγω της μεταβλητότητας των μηνιαίων στοιχείων. Επιπλέον, αποτελεί συνηθισμένο χαρακτηριστικό του οικονομικού κύκλου το γεγονός ότι τα δάνεια προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα για κάποιο διάστημα μετά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.
Η μείωση του μεγέθους των συνολικών ισολογισμών των τραπεζών φαίνεται ότι ανακόπηκε τους πρώτους μήνες του 2010. Ωστόσο, η πρόκληση που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έγκειται στη διαχείριση τυχόν περαιτέρω προσαρμογών με παράλληλη διασφάλιση της διαθεσιμότητας πιστώσεων προς το μη χρηματοπιστωτικό τομέα. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η πρόκληση, οι τράπεζες θα πρέπει να επωφεληθούν από τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης ώστε να ενισχύσουν περαιτέρω την κεφαλαιακή τους βάση και, όπου απαιτείται, να αξιοποιήσουν πλήρως τα κυβερνητικά μέτρα κεφαλαιακής ενίσχυσης.
Συνοπτικά, τα ισχύοντα επιτόκια της ΕΚΤ εξακολουθούν να κρίνονται ενδεδειγμένα. Αν ληφθούν υπόψη όλες οι πληροφορίες και αναλύσεις που έγιναν διαθέσιμες μετά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 4 Μαρτίου 2010, η εξέλιξη των τιμών αναμένεται να παραμείνει συγκρατημένη στον ορίζοντα που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες επιβεβαιώνουν επίσης ότι η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ συνεχίστηκε τους πρώτους μήνες του 2010. Γενικά, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της ζώνης του ευρώ θα είναι μέτριος το 2010, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ενώ θα παρουσιάσει πιθανότατα ανομοιομορφία λόγω ορισμένων ειδικών παραγόντων. Η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με το αποτέλεσμα της νομισματικής ανάλυσης επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν χαμηλές μεσοπρόθεσμα. Συνολικά, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι θα διατηρηθεί η σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα, στηρίζοντας έτσι την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να είναι σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με την επιδίωξη του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρεί τους ρυθμούς πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις κατά την προσεχή περίοδο.
Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, είναι πλέον ουσιώδες οι κυβερνήσεις να μειώσουν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες και να διορθώσουν τα υπερβολικά ελλείμματα εντός των συμφωνημένων προθεσμιών. Σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ, η δημοσιονομική εξυγίανση θα ξεκινήσει εφέτος και σε όλες τις άλλες τα διορθωτικά μέτρα θα πρέπει να είναι έτοιμα μέχρι το 2011 το αργότερο. Η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να υπερβεί σημαντικά το ετήσιο ποσοστό διαρθρωτικής προσαρμογής (0,5% του ΑΕΠ) το οποίο ορίζεται ως ελάχιστη απαίτηση από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ενώ κρίνεται αναγκαία η ολοκληρωμένη χάραξη και υλοποίηση αξιόπιστων στρατηγικών δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό απαιτεί αποφασιστικές προσπάθειες, κυρίως εκ μέρους χωρών με υψηλό λόγο δημοσιονομικού ελλείμματος και δημόσιου χρέος προς το ΑΕΠ, κυρίως εν όψει του αναμενόμενου αυξανόμενου δημοσιονομικού κόστους που συνεπάγεται η γήρανση του πληθυσμού. Απαιτείται να δοθεί έντονη έμφαση στις μεταρρυθμίσεις στην πλευρά των δαπανών. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δήλωση στην οποία προέβησαν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των χωρών της ζώνης του ευρώ για την Ελλάδα στις 25 Μαρτίου 2010. Το Διοικητικό Συμβούλιο στηρίζει πλήρως την πρόθεση να ενισχυθεί η επιτήρηση των οικονομικών και δημοσιονομικών κινδύνων και των μέσων για την πρόληψή τους, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Το Διοικητικό Συμβούλιο χαιρετίζει επίσης την απόφαση να ξεκινήσουν οι εργασίες για τη δημιουργία ενός εύρωστου πλαισίου αντιμετώπισης κρίσεων. Η επίτευξη προόδου σε αυτούς τους τομείς θα πρέπει να αποσκοπεί στη διαφύλαξη της διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών και στην προώθηση της ομαλής λειτουργίας της ΟΝΕ.
Σε ό,τι αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 25 και 26 Μαρτίου 2010 όσον αφορά τη στρατηγική "Ευρώπη 2020" θα πρέπει να συμβάλλουν ώστε να ενισχυθεί η δημιουργία θέσεων εργασίας, η ανταγωνιστικότητα και η διατηρήσιμη ανάπτυξη. Προς το σκοπό αυτό, οι πολιτικές θα πρέπει πλέον να επικεντρωθούν στην αύξηση του ανταγωνισμού, ενώ τα προγράμματα στήριξης συγκεκριμένων τομέων που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια της κρίσης θα πρέπει να αποσυρθούν σταδιακά. Στις αγορές εργασίας, απαιτείται επαρκής μισθολογική ευελιξία και ενίσχυση των κινήτρων για εργασία, προκειμένου να αποφευχθεί η άνοδος της διαρθρωτικής ανεργίας τα προσεχή έτη. Στο ίδιο πνεύμα, παραμένει ουσιώδης η κατάλληλη αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα. Υγιείς ισολογισμοί, αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και επιχειρηματικά μοντέλα χαρακτηριζόμενα από διαφάνεια και αξιοπιστία αποτελούν βασικούς παράγοντες προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών στις διαταραχές και να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσβαση σε χρηματοδότηση, γεγονός που θα θέσει τα θεμέλια για διατηρήσιμη ανάπτυξη και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο του Ευρωσυστήματος που διέπει τη σύσταση ασφαλειών, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να διατηρήσει και μετά το τέλος του 2010 το ισχύον βάσει του εν λόγω πλαισίου ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης για τα εμπορεύσιμα και τα μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία σε επίπεδο επενδυτικού βαθμού ("investment grade", δηλ. BBB-/Baa3), με εξαίρεση τους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση (asset-backed securities). Επιπλέον, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να θέσει σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2011 μια κλίμακα περικοπών αποτίμησης για περιουσιακά στοιχεία με πιστοληπτική διαβάθμιση στο εύρος BBB+ και BBB- (ή ισοδύναμη). Το εν λόγω πρόγραμμα θα αντικαταστήσει την ενιαία πρόσθετη περικοπή 5% που ισχύει επί του παρόντος για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Η ακριβής κλίμακα περικοπών αποτίμησης θα βασίζεται σε ορισμένες παραμέτρους οι οποίες προσδιορίζονται σε σχετικό δελτίο Τύπου που δημοσιεύθηκε στο δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.
Το παρόν τεύχος του Μηνιαίου Δελτίου περιλαμβάνει τρία άρθρα. Το πρώτο άρθρο περιγράφει ορισμένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ για την εκπόνηση βραχυπρόθεσμων προβλέψεων σχετικά με τον πληθωρισμό. Το δεύτερο άρθρο παρουσιάζει συνοπτικά τα μέτρα που έλαβαν οι κυβερνήσεις της ζώνης του ευρώ για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Το τρίτο άρθρο εξετάζει τις προοπτικές των παγκόσμιων πραγματικών και χρηματοπιστωτικών ανισορροπιών.
Αρχή της σελίδας